Έφτανε τ' αμπελιού τ' αζωνάρι
μέχρι τη θάλασσα
έγλειφε το κύμα, του σταφυλιού τις ρόγες
(αντίκρυ ο όγκος των Μεθάνων).
Γδυτές οι βάρκες, δεμένες στ αγκυροβόλι
τα τρύπια δίχτυα μπάλωναν
έγλειφε το κύμα, του σταφυλιού τις ρόγες
(αντίκρυ ο όγκος των Μεθάνων).
Γδυτές οι βάρκες, δεμένες στ αγκυροβόλι
τα τρύπια δίχτυα μπάλωναν
τα χέρια τ αλατιού.
Στεφανωμένος ο αύγουστος
με το χρυσάφι του ήλιου
φορά στο σώμα του
Στεφανωμένος ο αύγουστος
με το χρυσάφι του ήλιου
φορά στο σώμα του
πορφύρες αχιβάδες αρμύρες,
πολύτιμα στολίδια
με τέχνη αρματωμένα κι αρμονία
στα πόδια στα χέρια στο λαιμό!
Κι ο Θεός τον έραινε ροδοπέταλα
-των κοριτσιών το γέλιο των αγοριών το ίδρωτο-
τον μπάρκαρε στο φιλντισένιο αρχιπέλαγο
και κείνος αρμένιζε
με το φρεσκοβαμένο του μπότι.
Γινόταν κύμα
ξεπέρναγε τα άλλα κύματα
σε γρηγοράδα
σε χάρη τα θαλασσοπούλια
πλέοντας τη δίκαιοσύνη του πλάστη
Πάνε πέρασαν τα ωραία
δύσκολοι ήρθαν καιροί
μα θυμάμαι σαν έφευγα απ το σπίτι
έβανα στη καρδιά μου κλείδωνα
τις μοσκοβολιές του τόπου μου
πολύτιμα στολίδια
με τέχνη αρματωμένα κι αρμονία
στα πόδια στα χέρια στο λαιμό!
Κι ο Θεός τον έραινε ροδοπέταλα
-των κοριτσιών το γέλιο των αγοριών το ίδρωτο-
τον μπάρκαρε στο φιλντισένιο αρχιπέλαγο
και κείνος αρμένιζε
με το φρεσκοβαμένο του μπότι.
Γινόταν κύμα
ξεπέρναγε τα άλλα κύματα
σε γρηγοράδα
σε χάρη τα θαλασσοπούλια
πλέοντας τη δίκαιοσύνη του πλάστη
Πάνε πέρασαν τα ωραία
δύσκολοι ήρθαν καιροί
μα θυμάμαι σαν έφευγα απ το σπίτι
έβανα στη καρδιά μου κλείδωνα
τις μοσκοβολιές του τόπου μου
τις χαρές
τον ήλιο.
Ακόμη θυμάμαι
τ' αέναο τραγούδι των τζιτζικιών,
τον ήλιο.
Ακόμη θυμάμαι
τ' αέναο τραγούδι των τζιτζικιών,
τα μεσημέρια,
στους δροσερούς ίσκιους του κήπου
των γλάρων το πέταγμα
στο μουράγιο
Χαρούμενος ανέμελος
τις τραμουντάνες έκαμα όστριες
στους δροσερούς ίσκιους του κήπου
των γλάρων το πέταγμα
στο μουράγιο
Χαρούμενος ανέμελος
τις τραμουντάνες έκαμα όστριες
στη στιγμή.
Μόνο τη μάνα μου λυπόμουν
Μόνο τη μάνα μου λυπόμουν
κάθε που έφευγα
κι άφηνα πίσω
Μα μ' έπαιρνε η θάλασσα αγκαλιά
όταν στεναχωριόμουν με τάιζε ηλιόψωμο
κρασί μού 'δινε να πιώ των Θεών'
Τα δάκρυα μου έκρυβε στη γυάλα
με τα παγωμένα σύννεφα.
Πελαγίσιες αρμυρές ανάσες
τα τρυφερά μου όνειρα
κι άφηνα πίσω
Μα μ' έπαιρνε η θάλασσα αγκαλιά
όταν στεναχωριόμουν με τάιζε ηλιόψωμο
κρασί μού 'δινε να πιώ των Θεών'
Τα δάκρυα μου έκρυβε στη γυάλα
με τα παγωμένα σύννεφα.
Πελαγίσιες αρμυρές ανάσες
τα τρυφερά μου όνειρα
αναπαύονταν σιμά τους
δεν θυμάμαι την οδύνη μήτε το αίμα
τυλιγμένα στα σεντόνια της λησμονιάς
χάθηκαν στην ομίχλη
Το σώμα τ ανθρώπου, το σώμα μου, εύθραυστο σα γυαλί
-χώμα και νερό- διάφανο σαν αμαρτία...
Έφτανε τ' αμπελιού το αζωνάρι
δεν θυμάμαι την οδύνη μήτε το αίμα
τυλιγμένα στα σεντόνια της λησμονιάς
χάθηκαν στην ομίχλη
Το σώμα τ ανθρώπου, το σώμα μου, εύθραυστο σα γυαλί
-χώμα και νερό- διάφανο σαν αμαρτία...
Έφτανε τ' αμπελιού το αζωνάρι
μέχρι τη θάλασσα
άρμεγε την αψάδα της αρμύρας
έγλυφαν τα κύματα
τις ρόγες τ' αμπελιού με λαγνεία
άρμεγε την αψάδα της αρμύρας
έγλυφαν τα κύματα
τις ρόγες τ' αμπελιού με λαγνεία
,,
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου